Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Το άγνωστο 1940

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Η ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΟΥ «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΧΘΡΟΥ»
Το άγνωστο 1940


ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΜΗΣ, ΑΝΤΑ ΨΑΡΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ / ios@enet.gr

Κάθε πόλεμος, ακόμη κι ο πιο δίκαιος και αμυντικός, έχει μια εμφύλια διάσταση.

Οχι με την αφηρημένη φιλοσοφική προσέγγιση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι, σε τελική ανάλυση, αδέρφια. Αλλά επειδή στις ανθρώπινες κοινωνίες υπάρχουν πάντοτε κάποιοι τους οποίους οι καθοδηγητές τής πολεμικής προσπάθειας ταυτίζουν με τον εχθρό ή θεωρούν εμπόδιο στον αγώνα του έθνους.

Η μεταχείριση αυτού του (υπαρκτού ή δυνάμει) «εσωτερικού εχθρού» ποικίλλει από σύρραξη σε σύρραξη, ανάλογα με την ένταση του κινδύνου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθεστώτος κάθε εμπόλεμης χώρας.

Στις δημοκρατικές π.χ. και συνάμα ρατσιστικές ΗΠΑ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, 80.000 αμερικανοί πολίτες ιαπωνικής καταγωγής και 40.000 ιάπωνες μετανάστες πρώτης γενιάς κλείστηκαν το 1942 «προληπτικά» σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ οι (λευκοί) αμερικανοί πολίτες γερμανικής καταγωγής είχαν σαφώς καλύτερη τύχη: ως φαντάροι, στάλθηκαν, απλώς, να πολεμήσουν τους Γιαπωνέζους στον Ειρηνικό ωκεανό κι όχι τους «ομόφυλούς» τους στην Ευρώπη.

Στην εξίσου δημοκρατική Γαλλία, πάλι, 600.000 γερμανόφωνοι πολίτες απομακρύνθηκαν αναγκαστικά το 1939-40 από τις παραμεθόριες περιοχές της Αλσατίας και της Λωραίνης για λόγους «εθνικής ασφαλείας».

Ο ελληνοϊταλικός κι ελληνογερμανικός πόλεμος του 1940-41 δεν θα μπορούσε ν' αποτελέσει εξαίρεση. Από τη στιγμή, μάλιστα, που η διεξαγωγή του καθοδηγούνταν από τη φασίζουσα δικτατορία της 4ης Αυγούστου, η προληπτική καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» δεν μπορούσε παρά να πάρει ολοκληρωτικές διαστάσεις.

Η επίσημη εκδοχή

Η εσωτερική αυτή διάσταση του «έπους του σαράντα» έχει, ωστόσο, διαγραφεί εντελώς από τη συλλογική μνήμη. Αποτελεί θέμα ταμπού, όχι μόνο για τους οπαδούς μιας «εθνικά καθαρής» Ιστορίας, αλλά και για το «μετα-αναθεωρητικό» ρεύμα που υπερπροβάλλει τις εμφύλιες συγκρούσεις της κατοχικής περιόδου, με στόχο την απονομιμοποίηση της εαμικής Αντίστασης - όχι όμως και της «συντεταγμένης», εθνικόφρονος Πολιτείας.

*Ας επιστρέψουμε, όμως, στην καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» το 1940-41. Μια πρώτη, γενική εικόνα μας δίνουν οι επίσημες Ιστορίες των σωμάτων ασφαλείας της εποχής.

«Από της πρώτης στιγμής της κηρύξεως του πολέμου», διαβάζουμε στο λεύκωμα που εξέδωσε το 1961 για τα σαραντάχρονά της η Αστυνομία Πόλεων, «η Αστυνομία Αθηνών επεφορτίσθη, ως ήτο επόμενον, με σοβαρά εθνικά και κοινωνικά καθήκοντα. Συνέλαβε τους υπηκόους των χωρών του Αξονος, ως και τα εθνικώς ύποπτα άτομα, τα οποία, αφ' ενός μεν υπήρχε πιθανότης να κινηθούν κατασκοπευτικώς, αφ' ετέρου δε να δημιουργήσουν πνεύμα ηττοπαθείας εις τον πληθυσμόν. Το έργον τούτο, λίαν λεπτόν και δυσχερές, εξετελέσθη ταχύτατα, βάσει επιμελώς κατηρτισμένου σχεδίου» (σ. 65).

*Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται κι ο επίσημος ιστοριογράφος της Χωροφυλακής (επί χούντας), πανεπιστημιακός καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης:

«Επρεπε να συλληφθούν ή να τεθούν υπό αυστηράν επιτήρησιν οι δρώντες εις τα παρασκήνια και παρακολουθούμενοι έως τότε κομμουνισταί, ως και πάντα τα εν γένει ύποπτα και επικίνδυνα δι' ανατρεπτικήν ή υπονομευτικήν του εθνικού φρονήματος δράσιν άτομα. Το έργον τούτο η Χωροφυλακή επετέλεσε καθ' άπασαν την χώραν μετ' εκπληκτικής ταχύτητος, κατά το μέγιστον δε μέρος αυτήν την 28ην Οκτωβρίου. Ούτως, από της πρώτης ημέρας του πολέμου εδραιώθη η εσωτερική ασφάλεια, εξέλιπε πας κίνδυνος εις το εσωτερικόν και ο Ελληνικός Λαός με ακμαίον ηθικόν διεδήλωνεν αυθορμήτως τον ενθουσιασμόν του» («Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936-1950», Αθήναι 1973, τ. Α', σ. 86-7).

*Κάπως διαφωτιστικότερη για τα χαρακτηριστικά του «εσωτερικού εχθρού» είναι η διαταγή, βάσει της οποίας εξαπολύθηκε το ανθρωποκυνηγητό - οι απόρρητες «Κανονιστικαί Οδηγίαι επιστρατεύσεως των Σωμάτων Ασφαλείας» που είχε εκδώσει το 1939 ο υφυπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης και παραθέτει η επίσημη Ιστορία της Χωροφυλακής.

«Τα Σώματα Ασφαλείας», γράφει, «εν περιπτώσει επιστρατεύσεως:

*Φροντίζουσι δια την κατάπνιξιν και εξαφάνισιν πάσης αντιδραστικής ιδέας φιλειρηνικής και κατά του πολέμου και της υπάρξεως προπαγάνδας, υφ' οιονδήποτε πρόσχημα εν τη ημετέρα χώρα (Ορα οδηγίας υπ' αριθ. 7).

*Επιμελούνται της διώξεως του κομμουνισμού και της πολιτικής αντιδράσεως (Ορα οδηγίας υπ' αριθ. 11).

*Επιμελούνται της εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων κατά των ασκούντων προπαγάνδας (Ορα αριθ. 12).

*Επιφορτίζονται με την υποχρέωσιν της αυστηράς παρακολουθήσεως των εν τη ημετέρα χώρα εγκατεστημένων αλλοδαπών και μειονοτήτων (Ορα οδηγίας υπ' αριθ. 13)» (όπ.π., σ. 79-80).


Δυστυχώς, ο Δασκαλάκης δεν δημοσιεύει το κείμενο των επιμέρους «οδηγιών». Για την πληρέστερη επισκόπηση του ζητήματος πρέπει έτσι να καταφύγουμε σε άλλες πηγές.

«Κόκκινοι» και «ηττοπαθείς»

Με δεδομένο τον υστερικό αντικομμουνισμό της 4ης Αυγούστου, αλλά και την έντονα αντιμιλιταριστική κι αντιεθνικιστική δραστηριότητα των κομμουνιστών στο μεγαλύτερο μέρος του Μεσοπολέμου, η προληπτική εξουδετέρωση των οπαδών της αριστεράς ήταν μάλλον αναμενόμενη. Καθώς, μάλιστα, τα ενεργά μέλη του ΚΚΕ την 28η Οκτωβρίου βρίσκονταν είτε σε φυλακές κι εξορίες είτε σε βαθιά παρανομία, η εκκαθάριση επικεντρώθηκε σε όσους είχαν παλιότερα «μολυνθεί» από τον «ιό» του «μπολσεβικισμού» ή είχαν συμμετάσχει ενεργά στο εργατικό κίνημα. Η τοποθέτηση του φυλακισμένου Ζαχαριάδη υπέρ του πολέμου κι η ενθουσιώδης συστράτευση πολλών αριστερών κατά του εισβολέα ελάχιστα επηρέασαν αυτό το κλίμα.

*«Ηταν όλος ο κρατικός μηχανισμός, ο Στρατός και η Χωροφυλακή, εμποτισμένοι με κακόβουλες συκοφαντικές αντιλήψεις από την προπαγάνδα της άκρας δεξιάς», θυμάται χαρακτηριστικά ένας συνδικαλιστής καπνεργάτης.

«Εβλεπαν τους καπνεργάτες και κάθε προοδευτικό με αποστροφή και δε θα ήταν υπερβολικό αν έλεγα με μίσος. Πολλοί από τους πατριώτες που έτρεχαν με ενθουσιασμό να καταταγούν στις μονάδες, βρέθηκαν σημαδεμένοι στα μητρώα του λόχου τους και το σημάδεμα αυτό σήμαινε την υποβάθμιση του πατριωτισμού τους».

»Οταν ύστερα από αφάνταστες ταλαιπωρίες κατόρθωσα να φτάσω στο λόχο μου, το όνομά μου ήταν υπογραμμισμένο με κόκκινη μελάνη. Αποτέλεσμα: δε με όπλισαν, αλλά με έριξαν στο Λόχο Σκαπανέων, όπου βρήκα πολλούς άλλους πατριώτες. Υπηρετήσαμε για πολύ με τους ανεπιθύμητους Τούρκους, Πομάκους και βουλγαρόφωνους. Υστερα από την επιφυλακτική αναγνώριση για το ειλικρινές ή όχι περιεχόμενο που είχε το γράμμα του Ζαχαριάδη, άλλους όπλισαν και άλλους έβαλαν να δουλεύουν σε οχυρωματικά και δημόσια έργα» (Γιώργος Πέγιος, «Από την ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος της Καβάλας», Αθήνα 1984, σ. 124).

*Σε «πειθαρχικό λόχο» μουλαράδων κατέληξε κι ένας άλλος προπολεμικός κομμουνιστής, από τα Χανιά. Στο στρατολογικό γραφείο, ενημερώθηκε ότι «στο απολυτήριο είχαν κάμει ειδικό σημάδι πως είμαι κομμουνιστής και μου είπε να είμαι προσεκτικός».

Πριν η μονάδα του μπει στην Αλβανία, όλοι οι «χαρακτηρισμένοι» ειδοποιήθηκαν από τους αξιωματικούς πως θα εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίες «αν χύσουν το δηλητήριό τους στις τάξεις του στρατού». Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου οι διακρίσεις σε βάρος τους ήταν φανερές, με κυριότερη την εξαίρεσή τους απ' τη διανομή της -πολύτιμης- «φανέλας του στρατιώτη» (Χρ. Ρουμελιωτάκης, «Γράμμα στο γιο μου από τον πόλεμο», Αθήνα 1981, σ. 12, 36-8 & 48-9).

*Μια δεύτερη κατηγορία διωχθέντων πολιτών ήταν όσοι θεωρήθηκαν από τις υπηρεσίες ασφαλείας του Μανιαδάκη ότι συνέβαλλαν στην καλλιέργεια αισθημάτων «ηττοπάθειας».

*Από τα αρχεία της Διοικήσεως Δυτικής Μακεδονίας πληροφορούμαστε π.χ. ότι στις 24.12.1940 προφυλακίστηκε ο 20χρονος Δ.Φ., κάτοικος Νυμφαίου Φλωρίνης και «τελειόφοιτος της εν Θεσ/νίκη Ρουμανικής Εμπορικής Σχολής», «ίνα δικασθή» από το Στρατοδικείο Κοζάνης «ως υπαίτιος του ότι κατά τας αρχάς Δεκεμβρίου 1940, ανεκοίνωσεν εις ιδιώτας πληροφορίες δυναμένας να εμβάλωσιν εις ανησυχίαν τους πολίτας ήτοι ότι "οι δικοί μας οπισθοχωρούν, νικήθηκαν από τους Ιταλούς και οι Ιταλοί βάλανε δύναμη μεγάλη κ.τ.λ."».

*Η «προστασία» της ηρεμίας του κοινού πήρε ενίοτε κωμικές διαστάσεις: Σαράντα μέρες μετά την επιστροφή του από την εξορία, ο άκρως εθνικόφρων απόστρατος βενιζελικός στρατηγός Στυλιανός Γονατάς μεταφέρθηκε στις 20.2.1941 από όργανα της Ειδικής Ασφάλειας στο Ελληνικό, όπου και παρέμεινε «εν απομονώσει και υπό φρούρησιν».

Οπως διαβάζουμε στην απόφαση της Επιτροπής Δημοσίας Ασφαλείας, η ήπια «εκτόπιση» του γηραιού πολιτικού έγινε «διότι η παρουσία του εις Αθήνας και αι συναντήσεις αυτού μετά διαφόρων προσώπων, δημιουργούσι φήμας μη εποικοδομητικάς της απολύτου γαλήνης, της οποίας έχει ανάγκην η Χώρα, ίνα αντιμετωπίση τας κρισίμους περιστάσεις, τας οποίας διέρχεται».

Η «πέμπτη φάλαγγα»

*Η εξουδετέρωση των πρακτόρων του αντιπάλου, πραγματικών ή εικαζόμενων, αποτελεί πάγιο συστατικό στοιχείο κάθε πολέμου. Για την έκταση που πήρε η εφαρμογή του μέτρου στην Ελλάδα το 1940-41, αποκαλυπτικός είναι ο επίσημος ιστοριογράφος της Αστυνομίας Πόλεων (και στέλεχος του διαβόητου «Μηχανοκινήτου» επί Κατοχής), Νικόλαος Αρχιμανδρίτης:

*«Την 28.10.1940 συνελήφθησαν εντός 2 ωρών άπαντα τα εν τη περιοχή της Πρωτευούσης μέλη των ιταλικών δικτύων κατασκοπείας και προπαγάνδας ως και έτεροι χίλιοι Ιταλοί ύποπτοι, μέχρι δε της 13 ώρας της 6ης Απριλίου [1941] άπαντα τα μέλη των υφισταμένων εννέα Γερμανικών δικτύων κατασκοπείας και προπαγάνδας και άπαντες οι Γερμανοί ύποπτοι, 3.500 εν συνόλω» («Αστυνομικά Χρονικά», 1.11.1954, σ.1680).

Ο ίδιος μας πληροφορεί επίσης ότι «ελήφθησαν δηλώσεις αποκηρύξεως της Ιταλικής Ιθαγενείας εκ μέρους χιλιάδων Ιταλών». Προφανώς, αξιοποιήθηκε η πλούσια πείρα της ειρηνικής περιόδου στον ίδιο τομέα.

*Η μεταχείριση των ιταλών υπηκόων υπήρξε, πάντως, ηπιότερη: «Οι ιταλικές οικογένειες οδηγήθηκαν υπό περιορισμό στο χώρο της ιταλικής πρεσβείας», σημειώνει στις 28 Οκτωβρίου στο ημερολόγιό του ο αμερικανός Λέρντ Αρτσερ, διευθυντής, τότε, του «Ιδρύματος Εγγύς Ανατολής». Μεταξύ των συλληφθέντων, πάντως, συγκαταλεγόταν τουλάχιστον «μια οικογένεια Εβραίων, που είχαν διαφύγει από την Ιταλία για να αποφύγουν τις διώξεις εναντίον της φυλής τους».

Πέντε μέρες αργότερα, ο ίδιος πληροφορείται πως «το προσωπικό της πρεσβείας μαζί με άλλους 240 Ιταλούς φεύγουν σήμερα από την Ελλάδα». Καταγράφει, μάλιστα, και μια περίεργη εκδήλωση αβροφροσύνης του Μεταξά προς τον Αξονα: «Αρχικά επρόκειτο να φύγουν 300, αλλά οι Γερμανοί ζήτησαν 60 θέσεις για δικούς τους» («Βαλκανικό Ημερολόγιο 1936-1941», Εστία, Αθήνα 1993, σ. 174 & 184).

Οι έλληνες πολίτες που στοχοποιήθηκαν από τις υπηρεσίες του Μανιαδάκη υπήρξαν φυσικά λιγότερο τυχεροί, όπως διαπιστώνουμε από το (επίσης δημοσιευμένο) ημερολόγιο του Χριστόφορου Χρηστίδη: «1 Μαΐου 1941. Ηλθε να με δει ο Φώκος Δημητριάδης. Συνάντησε κάποιον, που χωρίς κανένα λόγο ήταν σε ελληνικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Αν όσα του διηγήθηκε είναι αλήθεια, οι κρατούμενοι πέρασαν πάρα πολύ άσκημα από τους χωροφύλακες, που επιπλέον τους εκμεταλλεύτηκαν αγρίως. Φοβούμαι πως, παρά τις υπερβολές, θα έχουν γίνει θλιβερά έκτροπα» («Χρόνια Κατοχής», Αθήνα 1971, σ. 7).

*Κάπως γνωστότερη έχει γίνει, τα τελευταία χρόνια, η «προληπτική» καταστολή των γλωσσικών και εθνικών πληθυσμιακών ομάδων που θεωρήθηκαν ύποπτες για συμπάθεια προς τον εισβολέα. Με εξαίρεση την ξεχασμένη σήμερα -αλλά σχετικά πολυπληθή τότε- ιταλική μειονότητα της Κέρκυρας και της Πάτρας (βλ. διπλανή στήλη).

Σε Θεσπρωτία και Μακεδονία

*Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας αριθμούσαν το 1940 κάπου 20.000 άτομα. Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, οι αρχές συνέλαβαν κι εξόρισαν δεκάδες προκρίτους, ανάμεσά τους και μετριοπαθείς προσωπικότητες φιλικές προς την ελληνική διοίκηση. Μετά την ανακατάληψη της περιοχής απ' τον ελληνικό στρατό στα μέσα Νοεμβρίου, και ως απάντηση στη συνεργασία μελών της μειονότητας με τον ιταλικό στρατό, οι εκτοπίσεις γενικεύτηκαν κι εκατοντάδες στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

«Μόλις έφυγαν οι άντρες για εξορία», θυμάται ένας θεσπρωτός συγγραφέας, «τα έκτροπα σε βάρος των Μουσουλμάνων συνεχίστηκαν με διάφορες μορφές. Με το πρόσχημα της δήθεν ανάκρισης, καλούσαν στα γραφεία τους τις όμορφες χανούμισες και τις βίαζαν. Ορισμένοι χριστιανοί κάτοικοι οργίασαν. Οι λεηλασίες σπιτιών, οι αρπαγές ζώων φανερές. Οι βιασμοί κοριτσιών και γυναικών πολλοί και επώνυμοι. Η βίαιη έκδοση Μουσουλμανίδων, από ορισμένα χωριά, σε δημόσιους λειτουργούς, μεγάλη» (Γ. Σάρρας, «Μνήμες της τραγικής περιόδου», Αθήνα 2001, σ.52-3). Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής, στα χρόνια της Κατοχής, είναι γνωστές.

*Παρόμοια μεταχείριση -με ανάλογα αποτελέσματα- επιφυλάχθηκε και στους σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας, που το 1940 υπολογίζονταν μεταξύ 160.000 και 200.000.

«Η κήρυξις του ελληνοϊταλικού πολέμου και η διεξαγωγή αυτού», γράφει στην ημιεπίσημη ιστορία της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών ο κατοχικός Διευθυντής Νομαρχιών Μακεδονίας Αθανάσιος Χρυσοχόου, «έδωσαν αφορμήν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν να επιληφθή της αντιμετωπίσεως του εσωτερικού τούτου προβλήματος, ως πρόχειρος δε λύσις εξευρέθη ο εις το εσωτερικόν της Ελλάδος εκτοπισμός των υπόπτων. Ελήφθησαν αψυχολόγητα και εν πολλοίς άδικα μέτρα, παρασύραντα εις εκτοπισμούς ακραιφνείς Ελληνας» («Η Κατοχή εν Μακεδονία», τ.Β1, Θεσ/νίκη 1950, σ. 15).

Ο ίδιος αναφέρει ότι, «εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, οι θεωρηθέντες ύποπτοι ελήφθησαν εξ όλων των χωρίων, εις ά ωμιλείτο το σλαυόφωνον ιδίωμα». Θεωρεί δε πως το μέτρο τελικά εξυπηρέτησε τη βουλγαρική προπαγάνδα, αποξενώνοντας τους κατοίκους αυτών των περιοχών απ' το ελληνικό κράτος.

*Την ίδια άποψη συμμερίζονται οι παρατηρητές της εποχής, είτε πρόκειται για εαμίτες είτε για εθνικόφρονες.

«Ενώ όλαι ηλικίαι ευρίσκοντο από την πρώτη στιγμή και εις την πρώτην γραμμήν υπό τα όπλα», γράφει π.χ. τον Ιανουάριο του 1944 στον εξόριστο πρωθυπουργό Τσουδερό ο Δημ. Λαμπράκης, «την ημέραν της ενάρξεως του πολέμου συνελήφθησαν και εξετοπίσθησαν εκατοντάδες πατέρες και αδελφοί των στρατιωτών. Παρά πάσαν ενέργειαν εκρατήθησαν πεισμόνως μέχρι τέλους, μολονότι τα παιδιά των επολεμούσαν εις τα Αλβανικά βουνά και πολλοί ετραυματίζοντο, εφονεύοντο, ηνδραγάθουν».

*Ο δε Γεώργιος Μόδης, αφού περιγράφει εκτενώς στα απομνημονεύματά του την αδυναμία του να εμποδίσει τις εκτοπίσεις (σ. 391-3), καταλήγει στην πικρή διαπίστωση πως «αποδειχθήκαμε άλλη μια φορά ανίκανοι να διοικήσουμε λαούς».

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Macedonian man jailed for recording a Macedonian wedding in Greece-Greek Subtitles


Μάλλον κάποιοι από το ελληνικό κράτος θέλουν να μας δείξουν κάτι που δεν είναι αλήθεια και δεν μπορούν να το αποδείξουν…!!!
Δηλαδή την πραγματικότητα ….. Οι άνθρωποι που ζουν στην Δημοκρατία της Μακεδονίας, έχουν ρίζες, σχέσεις και συγγενείς στο κομμάτι της Μακεδονίας που ανήκει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια!!!! Άρα κάπως αυτό το έθνος προσπάθησε να διασπαστεί από εξωγενείς παράγοντες. Πρέπει όλοι όμως να δηχθούμε την πραγματικότητα και ότι υπάρχει το Μακεδονικό έθνος και ότι θα πρέπει να σεβόμαστε τα δικαιώματά του στην Ελλάδα, και όχι να κατακρίνουμε τη κάθε προσπάθεια τον ανθρώπων αυτών για ελευθερία έκφρασης και λόγου !!!!!

Ευχαριστώ!!!

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα: Μετά τις εκλογές τι;

Ημερομηνία δημοσίευσης: 11/10/2009 (ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ)


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΝΟΣΤΟΣ"


του Δημητρη Χριστοπουλου

Δικαιώματα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης

Στις ευρωεκλογές του Ιουνίου η συζήτηση για τη μετανάστευση και την ασφάλεια προσέδωσε μια έντονη χροιά αυταρχισμού στις συζητήσεις μεταξύ των κομμάτων, με τις γνωστές, εκ των προτέρων, λιγοστές εξαιρέσεις. Η ελληνική ακροδεξιά, όπως εκφράζεται μέσα από τον ΛΑΟΣ, κατάφερε όχι απλώς να ενισχύσει τότε τα εκλογικά της ποσοστά, αλλά κυρίως να εισάγει στη μετεκλογική πολιτική ατζέντα το ζήτημα της μετανάστευσης με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για την ελληνική κοινωνία. Σε αυτό, βέβαια, βρήκε αμήχανους συμπαραστάτες στο τότε κυβερνητικό στρατόπεδο, οι οποίοι, σε κατάσταση μετεκλογικού πανικού, έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να ενισχύσουν τη φαρέτρα των μισαλλόδοξων επιχειρημάτων, επανεισάγοντας στην ελληνική νομοθεσία και διοίκηση εξαιρετικά βάναυσες για τους μετανάστες πρακτικές, τόσο σε ατομικό όσο και συστημικό επίπεδο. Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, για ακόμη μια φορά, φάνηκε ανίκανο να απομακρυνθεί σε επίπεδο στελεχών από αυτή την αυταρχική υστερία, έστω και εάν, μορφολογικά, ο πολιτικός του λόγος προφανώς διαφοροποιούνταν. Το καλοκαίρι του 2009 θα καταγραφεί ίσως ως το πιο σκληρό της τελευταίας δεκαετίας όσον αφορά τη μεταχείριση μεταναστών χωρίς χαρτιά.

Το --ευχάριστα-- παράξενο είναι ότι η τηλεκατευθυνόμενη συζήτηση σχετικά με την ασφάλεια και τη μετανάστευση, που σχεδόν μονοπώλησε τον γκρίζο πολιτικό ορίζοντα μετά τις ευρωεκλογές, φαίνεται να ξεφούσκωσε: σχεδόν κανένας σήμερα, αν εξαιρέσουμε τις αγοραίες κορώνες της ακροδεξιάς, δεν μοιάζει να δείχνει για τη μετανάστευση το αρνητικά φορτισμένο ενδιαφέρον που εμφανιζόταν μέχρι πριν λίγους μήνες. Σαν να είμαστε σε άλλο κράτος… Πρόσφατη έρευνα της Public Issue δείχνει ότι μόλις το 2% του εκλογικού σώματος θεωρεί το μεταναστευτικό σπουδαίο ζήτημα, σε αντίθεση με το 18% του Ιουνίου.1 Σήμερα, το θέμα είναι το δημοσιονομικό σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, ενώ στις πρόσφατες τηλεμαχίες --με τη θλιβερή εξαίρεση του αρχηγού του ΛΑΟΣ, ο οποίος έφτασε ακόμη και στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878!) για να αιτιολογήσει τις εδαφικές "βλέψεις" που τροφοδοτεί η παρουσία Βουλγάρων μεταναστών στην Ελλάδα-- κανένας από τους πολιτικούς αρχηγούς δεν ασχολήθηκε επισταμένως με το μεταναστευτικό, ούτε καν οι δημοσιογράφοι που το έκαναν πρωτοσέλιδο φόβου τον Ιούνιο.

Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης πάντως, αναδεικνύονται εξ αντικειμένου μείζονες απειλές στα δικαιώματα. Καταρχάς, η οικονομική κρίση δημιουργεί προϋποθέσεις υψηλής επικινδυνότητας στην απολαβή των κοινωνικών δικαιωμάτων, με πρώτο αυτό της εργασίας και, γενικότερα, της αξιοπρεπούς διαβίωσης για μείζονα πληθυσμιακά στρώματα. Η εργασιακή απειλή εκτείνεται όμως, κατά δεύτερο λόγο, και στην αποτελεσματική άσκηση των υπολοίπων δικαιωμάτων, καθώς πάγια απάντηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη διαμαρτυρία που προκαλεί η συστολή των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι ο περιορισμός των ατομικών: η αστυνομική καταστολή και η απαξίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι αναγκαίο παρακολούθημα συγκεκριμένων επιλογών στον χώρο της οικονομίας που επιχειρούν να αλλάξουν τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, αποδίδοντας στο κεφάλαιο περαιτέρω συγκριτικά πλεονεκτήματα για την αντιμετώπιση της ύφεσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, η προστασία των δικαιωμάτων των ανθρώπων και η επεξεργασία στρατηγικών προώθησής τους αποτελεί κεντρικό προγραμματικό καθήκον με δομικές αναφορές στη μείζονα αντίθεση που βιώνει η κοινωνία μας, και όχι περιφερειακή ενασχόληση υπερευαίσθητων πολιτών ή ένδειξη ανθρωπισμού.



Τι έχουμε μπροστά μας στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων;

I. Aστυνομική καταστολή

Δυστυχώς για το ελληνικό πολίτευμα, η αστυνομική βία προσλαμβάνεται διαρκώς ως φυσιολογική λειτουργία του συστήματος καταστολής· αυτό που αλλάζει είναι οι ομάδες που βρίσκονται στο στόχαστρο. Μια έξη συγκάλυψης και ατιμωρησίας είναι εδραιωμένη στο αστυνομικό σώμα, με αποτέλεσμα, όπως υποδεικνύουν όλες οι καταγραφές κρουσμάτων βίας τα τελευταία χρόνια, να επιβιώνει και να ενισχύεται μια δομική υποκουλτούρα βίας σε μείζονα τμήματα της Ελληνικής Αστυνομίας. Τίθεται πλέον επιτακτικά το ζήτημα της επανεξέτασης της άνευ όρων οπλοχρησίας και οπλοφορίας των σωμάτων Ασφαλείας, της ουσιαστικής διερεύνησης περιστατικών βίας εκ μέρους αστυνομικών οργάνων με απόδοση ευθυνών και πλήρη εφαρμογή των προβλεπόμενων πειθαρχικών και ποινικών μέτρων. Η εκ βάθρων μεταρρύθμιση της δομής και της λειτουργίας της Ελληνικής Αστυνομίας, με στόχο να ξεριζωθεί ο αυταρχισμός και η αδικαιολόγητη βία των αστυνομικών οργάνων κατά ελλήνων πολιτών και μεταναστών ως "θεμιτό" μέσο άσκησης του ρόλου τους, είναι το κατεξοχήν ζητούμενο.

ΙΙ. Σωφρονιστικό

Η κατάσταση στις φυλακές δεν περιποιεί τιμή στην ελληνική πολιτεία. Ο αγώνας των κρατουμένων το φθινόπωρο του 2008 έμεινε σχεδόν αδικαίωτος. Η διαβεβαίωση του Σωφρονιστικού Κώδικα ότι "ο κρατούμενος δεν στερείται κανένα άλλο δικαίωμα παρά μόνο την ελευθερία του" ηχεί σαν κακόγουστο αστείο, αφού κατά κανόνα διακυβεύεται η αξιοπρέπεια, η υγεία, η ασφάλεια, ακόμη και η ίδια η ζωή των κρατουμένων. Η υιοθέτηση σειράς ρυθμίσεων είναι επιτακτική ανάγκη, τόσο στο επίπεδο των υποδομών όσο και στο θεσμικό επίπεδο: άρση του αποκλεισμού επισκέψεων και αυτοψιών στους χώρους κράτησης από ανεξάρτητους φορείς, αποκλιμάκωση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, απόλυση των κρατουμένων για χρηματικές ποινές με βεβαίωση των οφειλόμενων ποσών στο δημόσιο ταμείο, άμεση μείωση του ανώτατου χρόνου προσωρινής κράτησης στους 12 μήνες, υλοποίηση, ενίσχυση και επέκταση των προβλεπόμενων εναλλακτικών ποινών, της κοινωνικής εργασίας και της ημιελεύθερης διαβίωσης.

ΙΙΙ. Ιδιωτικότητα

Με πρωτοστάτη μερίδα του Τύπου, τα κρυφά βίντεο και η δημοσιοποίηση προϊόντων τηλεφωνικών υποκλοπών φαίνεται πλέον να μονοπωλούν το ενδιαφέρον δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών, ως αποδεικτικά στοιχεία εκβιασμών ή άλλων ποινικά κολάσιμων πράξεων. Η εξυπηρέτηση του υπέρτατου σκοπού, της "αποκάλυψης της αλήθειας", διαλύει συθέμελα τον σκληρό πυρήνα της ανθρώπινης ιδιωτικότητας, ατιμώρητα. Παράλληλα, από τα τηλεοπτικά παράθυρα, εγκαλείται όποιος δεν αποδέχεται την κρυφή βιντεοσκόπηση και τη λογική της, τη μετατροπή όλων σε αυτοσχέδιους ντετέκτιβ και της πολιτικής κοινωνίας σε κοινωνία της κλειδαρότρυπας. Φτάνουμε έτσι στον παραλογισμό η κρυφή παρακολούθηση να εμφανίζεται στην κοινή γνώμη ως αυτονόητη και κανονική. Η αντίσταση στην κατάφωρη παραβίαση της ιδιωτικότητας με τη χρήση κρυφών μέσων παρακολούθησης είναι, εν τέλει, αντίσταση στην κρυφή γοητεία της παραβίασης των εγγυήσεων του Συντάγματος.

IV. Θρησκευτική ελευθερία

Κατά κοινή ομολογία, η Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία, υπό την πίεση συνεχιζόμενων καταδικαστικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει κάνει βήματα προόδου στο παραδοσιακά ευαίσθητο για τη χώρα ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας. Ωστόσο, με δεδομένο το υπάρχον καθεστώς σχέσεων κράτους-Εκκλησίας στην Ελλάδα, τα περιθώρια βελτίωσης έχουν συγκεκριμένο όριο. Οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας είναι ζήτημα που αφορά μεν τον οργανωτικό ιστό του πολιτεύματος, ωστόσο έχει πολλαπλές επιπτώσεις για τον ζωτικό χώρο των δικαιωμάτων μας. Σε μεγάλα ζητήματα όπως η καύση των νεκρών, η θρησκευτική κατήχηση, ο όρκος, η προσευχή κλπ. μπορεί ενδεχομένως να βρεθούν επιμέρους αρμόζουσες λύσεις· ωστόσο μια συνολική προοπτική θεσμικής απομάκρυνσης του κράτους από την Εκκλησία2 είναι η μόνη που μπορεί δυνητικά να θεραπεύσει και άλλες ασθένειες που προκαλούν οι υπόγειες --και συχνά παράνομες-- διαδρομές σφιχτού εναγκαλισμού κράτους και Εκκλησίας, όπως έδειξε η πρόσφατη υπόθεση της μονής Βατοπεδίου.

V. Mειονότητες

Στο πρόσφατο ντιμπέιτ των έξι πολιτικών αρχηγών, ο εκπρόσωπος των Οικολόγων ρωτήθηκε δις εάν πιστεύει ότι υπάρχει μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα και εάν επικροτεί την παρουσία στελέχους του κόμματος στην παρουσίαση λεξικού που είχε ετοιμάσει στον Μεσοπόλεμο η ελληνική κυβέρνηση για τους σλαβόφωνους έλληνες αλλά απεσύρθη, πριν διανεμηθεί, εξαιτίας αντιδράσεων -- κάτι σαν την πρόσφατη υπόθεση με το βιβλίο Ιστορίας, δηλαδή... Η ερώτηση, σε στυλ νουθεσίας, υπονοούσε ότι δεν είναι δυνατόν εκπρόσωπος νόμιμου πολιτικού κόμματος" να λαμβάνει τέτοιες θέσεις. Το πρόβλημα στην Ελλάδα με τις μειονότητες δεν αφορά αποκλειστικά τους ανθρώπους που ανήκουν σε αυτές, αν και αυτοί είναι οι πρώτοι που βιώνουν το τίμημα να "επιμένουν μειονοτικά". Εκτείνεται και σε όλους όσοι μιλούν για μειονότητες, οι οποίοι ανακηρύσσονται "εθνικοί εχθροί", υφιστάμενοι τον αυταρχισμό και τη διαπόμπευση, επειδή απλώς επισημαίνουν το αυτονόητο: ότι μπορεί, δηλαδή, μειονότητες για το κράτος να είναι "ανύπαρκτες", αλλά αυτό δεν τις καθιστά και αόρατες.




Τι έχουμε μπροστά μας στο πεδίο των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων

Ι. Ιθαγένεια στους μετανάστες που επιθυμούν



Η μεταπολίτευση έλυσε, κατά κανόνα, τα ζητήματα στέρησης της ελληνικής ιθαγένειας από τους έλληνες αντιφρονούντες, ενώ χρειάστηκε να φτάσουμε αισίως στο 1998 για να καταργηθεί η δυνατότητα αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας από μειονοτικούς, διά του περίφημου άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Ευτυχώς η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της αυτήν τη μακρόσυρτη συγκυρία, τα ίχνη της όμως παραμένουν στις αγκυλώσεις με τις οποίες η ελληνική διοίκηση αντιμετωπίζει το ζήτημα της κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας από τους εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών που έχουν μετοικήσει στη χώρα. Είναι επιτακτική η ανάγκη μεταρρύθμισης του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας καθώς και αναθεώρησης της φοβικής, ενίοτε ρατσιστικής, νοοτροπίας με την οποία η διοίκηση αντιμετωπίζει αυτούς που επιθυμούν να πολιτογραφηθούν. Μια εφ' όλης της ύλης αλλαγή του Κώδικα Ιθαγένειας είναι σπουδαία πρόκληση για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, μια ενδεδειγμένη με όρους δικαιωμάτων αλλά και πολιτικά ρεαλιστική προοπτική, η οποία δίνει νέα πνοή στην ταυτότητα της ελληνικής πολιτικής κοινότητας, λύνει πολλά προβλήματα στην καθημερινότητα των μεταναστών και κυρίως αναμετριέται με τους συστατικούς μύθους με τους οποίους έχουμε μάθει να κοιμόμαστε και να ξυπνάμε ως έθνος. Αυτή είναι εξάλλου και η κύρια, αλλά επείγουσα, διακύβευση στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων για την Ελλάδα σήμερα.3

II. Κοινωνικές πτυχές του μεταναστευτικού στην Ελλάδα

Τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν τον αδύναμο κρίκο των δικαιωμάτων, καθώς είναι συνυφασμένα με προνοιακές πολιτικές, τις πρώτες που απωθούνται σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της ύφεσης. Τα κοινωνικά δικαιώματα στις μέρες μας τελούν περαιτέρω σε καθεστώς κανονιστικής απαξίωσης. Λόγω της περιορισμένης αγωγιμότητάς τους, δεν γεννούν εξατομικευμένες έννομες υποκειμενικές αξιώσεις των ανθρώπων έναντι του κράτους, όπως τα ατομικά. Με απλά λόγια, παρά τη ρητή συνταγματική πρόβλεψη, ο άνεργος δεν μπορεί να στραφεί εναντίον κανενός επειδή είναι άνεργος. Με την έννοια αυτή, περισσότερο ίσως από άλλα δικαιώματα, τα κοινωνικά δικαιώματα είναι αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης και διεκδίκησης. Όσο χαμηλότερης έντασης είναι η διεκδίκηση τόσο λιγότερες και οι πιθανότητες στοιχειωδώς να ικανοποιηθεί. Έτσι, μάλλον δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι οι άνθρωποι που δεν είναι καν σε θέση να διεκδικήσουν στερούνται οποιασδήποτε πρόσβασης στα κοινωνικά δικαιώματα: κατεξοχήν οι μετανάστες, αλλά όχι μόνο αυτοί.

Στην ουσία, οι μετανάστες αποτελούν μια "γκρίζα ζώνη" με δικαιώματα ελαστικά, υπό προθεσμία ή και εντελώς ανύπαρκτα. Η διατήρηση αυτής της απολύτως ρευστής κατάστασης δεν μπορεί να αποδοθεί, όπως συχνά λέγεται, σε "ανυπαρξία μεταναστευτικής πολιτικής" αλλά σε προφανή πολιτική επιλογή, με επίσης προφανή οικονομικά οφέλη από την υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης του πληθυσμού αυτού. Αυτό όμως που --κάνει πως-- δεν βλέπει η πολιτική αυτή επιλογή είναι το κολοσσιαίο μακροπρόθεσμο κόστος που έχει σε ό,τι αφορά την κοινωνική συνοχή και την ασφάλειά μας η διαιώνιση της παραμονής ενός πληθυσμού σε μόνιμο καθεστώς απειλής σε ό,τι αφορά την διαμονή, την εργασία του και τις υπόλοιπες βιοτικές του ανάγκες. Εάν η πρώτη γενιά μεταναστών δεν ήρθε με σπουδαίες προσδοκίες σε ό,τι αφορούσε τη ζωή της, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, όπως δείχνει με ενάργεια η ευρωπαϊκή εμπειρία, με τη λεγόμενη "δεύτερη γενιά", που δεν διστάζουν να διεκδικήσουν αυτά τα οποία απολαμβάνουν οι συνομήλικοί τους, και μάλιστα με τρόπο που ενίοτε μπορεί να ξενίσει.

Η νομιμοποίηση των ανθρώπων που εργάζονται στην Ελλάδα, και όχι το σπαγκοραμμένο σύστημα "νομιμοποιήσεων" που κρατά τον μισό μεταναστευτικό πληθυσμό στην παρανομία, είναι απαραίτητη. Ένα ρεαλιστικό και ευέλικτο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης των αλλοδαπών εργαζομένων, το οποίο θα έχει πολλαπλώς ευεργετικά αποτελέσματα, και γι' αυτούς και για το κράτος, είναι επίσης ζητούμενο. Προτάσεις έχουν κατατεθεί από διάφορους φορείς, ενώ το παράδειγμα της συγκρίσιμης με εμάς Ισπανίας έχει ήδη δώσει ρεαλιστικές διεξόδους. Τέλος, υπάρχει το μείζον εκπαιδευτικό ζήτημα, για τους ανθρώπους που δεν έχουν την ελληνική ως μητρική γλώσσα, το οποίο για τις ελληνικές αρχές θεωρείται απλώς ανύπαρκτο.

Προφανώς, η δίχως χαρτιά μετανάστευση είναι ένα δύσκολο θέμα το οποίο δεν προσφέρεται για μαγικές λύσεις που υπόσχονται κατάργηση των συνόρων ή σύνορα-φρούρια: τα σύνορα ούτε αύριο καταργούνται ούτε άτρωτα είναι. Τα σύνορα είναι φίλτρα. Στις μέρες μας, οι ευρωπαϊκές πολιτικές, αντί της μηδενικής μετανάστευσης που έδειχνε να ακολουθείται την προηγούμενη δεκαετία, προκρίνουν διαδικασίες επιλεκτικής ρύθμισης, οι οποίες ευνοούν την περιορισμένη νομιμοποίηση με σταδιακή --εάν όχι κατάργηση, τουλάχιστον-- αδρανοποίηση του πολιτικού ασύλου.

Το μεταναστευτικό αποτελεί ζήτημα-πιλότο για μια στρατηγική προώθησης των επιμέρους διεκδικήσεων, καθώς τέμνει όλη την ύλη και λογική των δικαιωμάτων, αναδεικνύοντας με τον πιο μεστό τρόπο τα δικαιωματοκρατικά ελλείμματα της ελληνικής πολιτικής και κοινωνίας, στο σύνολό της. Με μια φράση, κακή διοίκηση για τους Έλληνες σημαίνει χειρότερη για τους μετανάστες. Κατεξοχήν θύματα απαξιωτικών μέχρι και βάναυσων συμπεριφορών που εύλογα οργίζουν τους ανθρώπους (αστυνομική βία, θρησκευτική μεροληψία κ.ά.) και κατάφωρα παραβιάζουν ατομικά δικαιώματα. Στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων, υποκείμενοι σε νόμους στη δημιουργία των οποίων αδυνατούν να συμβάλουν. Και, τέλος, στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, σε καθεστώς απόλυτης ανακλητότητας έστω και των πιο στοιχειωδών εγγυήσεων.



Αντί συμπεράσματος: λογοδοσία και δικαιώματα στην Ελλάδα

Η πολιτική κουλτούρα λογοδοσίας στην Ελλάδα είναι ούτως ή άλλως περιορισμένη, ενώ η συρρίκνωση των θεσμικών της ερεισμάτων (ανάμεσα σε άλλα, η προϊούσα απαξίωση ανεξαρτήτων αρχών) έχει συχνά ως αποτέλεσμα τη μετάθεση του ζητήματος της ευθύνης από το πολιτικό πεδίο απευθείας στο ποινικό. Οι εγνωσμένες δυσλειτουργίες του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στη χώρα δημιουργούν τις προϋποθέσεις μιας εφ' όλης της ύλης θεσμικής διαστροφής: εφόσον οι θεσμοί δεν αποδίδουν, τότε το δίκιο αναζητείται στα "κανάλια".

Ο μετεκλογικός δρόμος των δικαιωμάτων και της λογοδοσίας είναι ανηφορικός στη χώρα όπου ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αντιλαμβάνεται το ρόλο του σαν φύλακα-γνωματοδότη επί ζητημάτων δημόσιας ηθικής, τη στιγμή που που βάζει στο αρχείο τα σημαντικότερα σκάνδαλα της μεταπολίτευσης, ενώ ο δήμαρχος Αθηναίων απαξιώνει ευθέως με τον πιο αγοραίο τρόπο το Συμβούλιο της Επικρατείας για να τα έχει καλά με τους Παναθηναϊκούς. Τα παραπάνω μάς θέτουν ενώπιον της ανάγκης επεξεργασίας θέσεων, οι οποίες υπερβαίνουν την καταγγελία. Η καταγγελία χρειάζεται αλλά δεν αρκεί. Η ανηφόρα, για την οποία μιλάγαμε πριν, είναι μονόδρομος.



Υστερόγραφο

Μετά το αποτέλεσμα των εκλογών, καταγράφεται η δυνατότητα να προχωρήσουν σε ταχύτατο πολιτικό χρόνο αλλαγές, οι οποίες θα δώσουν νέο περιεχόμενο στο πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού για το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα στην Ελλάδα. Aξιοποιώντας το εκλογικό αποτέλεσμα, την ανυπαρξία εκ δεξιών αντιπολίτευσης (με την εξαίρεση της ακροδεξιάς, που όμως η άνοδός της ήταν συγκρατημένη) και με κινήσεις ελάχιστου οικονομικού κόστους, η νέα κυβέρνηση μπορεί επιτέλους να λύσει κάποιους από τους ανοιχτούς λογαριασμούς της μεταπολίτευσης στο εν λόγω πεδίο. Μένει να δούμε εάν και αυτή τη φορά, το "πολιτικό κόστος" αυτής της αναμέτρησης θα εκτιμηθεί ως ισχυρότερο από το πραγματικό μακροπρόθεσμο κόστος που έχει για την ελληνική κοινωνία και το πολίτευμα η αναπαραγωγή της κατάστασης όπως αυτή έχει.



Ο Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείου και είναι Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Τμήμα των θέσεων που εκφράζονται στο άρθρο θεμελιώθηκαν σε δημόσιες παρεμβάσεις και την όλη προβληματική της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, κατά τη διάρκεια της τελευταίας διετίας (www.hlhr.gr)



1. Πρβλ. σε http://www.iospress.gr/megalo2009/megalo20090919.htm όπου αναδεικνύεται με σαφή τρόπο η χειραγώγηση του εκλογικού σώματος–τηλεοπτικού κοινού, με στόχο τη διαμόρφωση της λεγόμενης "πολιτικής ατζέντας".

2. Όπως αυτή που επεξεργάστηκε η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου το 2003 (πρβλ. www.hlhr.gr).

3. Εξ ου και η σχετική πρόταση νέου Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Φωτογραφία της ομάδας φωτογραφίας του προγράμματος "Νόστος"