Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Νέα στοιχεία για τη δράση της Χρυσής Αυγής στον Άγιο Παντελεήμονα

Νέα στοιχεία για τις ακροδεξιές ομάδες που δρουν στον Άγιο Παντελεήμονα, με την ανοχή των αστυνομικών δυνάμεων, ήρθαν στη δημοσιότητα με αφορμή την επίθεση εναντίον του Αλέκου Αλαβάνου και της Ελένης Πορτάλιου στην περιοχή, στις 22 και 23 Οκτώβρη αντίστοιχα.

Με αφορμή τις δύο επιθέσεις, διοργανώθηκε την Τρίτη συνέντευξη Τύπου από την Κίνηση "Απελάστε το Ρατσισμό". Ο υποψήφιος αντιπεριφερειάρχης Κέντρου με την "Ελεύθερη Αττική" Χρήστος Καπάταης, ο Χάρης Κωνσταντάτος από την "Ανοιχτή Πόλη", ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Θοδωρής Δρίτσας, ο Χρήστος Ρουμπάνης από την "Κίνηση Κατοίκων 6ου Διαμερίσματος Αθήνας", η Χριστίνα Ζιάκα από την "Νεολαία Ενάντια στο Ρατσισμό στην Ευρώπη" (YRE) και κάτοικοι της περιοχής του Αγίου Παντελεήμονα ήταν μερικοί από όσους παρευρέθηκαν. Το φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό που προβλήθηκε, από την επίθεση στο Αλέκο Αλαβάνο, διέψευσε όσους ισχυρίζονταν ότι η επίθεση οργανώθηκε απλώς από "αγανακτισμένους πολίτες", και έγινε αντικείμενο συζήτησης λόγω της "αρμονικής συνεργασίας της αστυνομίας με τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής" όπως δήλωσε στο TVXS ο Θανάσης Κούρκουλας από την Κίνηση "Απελάστε το Ρατσισμό", ο οποίος είναι υποψήφιος με το συνδυασμό "Ελεύθερη Αττική".

"Η επίθεση ήταν προσχεδιασμένη και καλά οργανωμένη" υποστήριξε ο κ. Κούρκουλας και όπως προκύπτει από τα πλάνα, ομάδα υποστηρικτών της Χρυσής Αυγής ακολουθούσε τον Αλέκο Αλαβάνο και τη συνοδεία του από την πλατεία Βικτωρίας ως τον 'Αγιο Παντελεήμονα. "Μας ακολουθούσαν μηχανάκια με φασίστες και μας απειλούσαν" τόνισε. Με την άφιξη του Αλέκου Αλαβάνου στον Άγιο Παντελεήμονα άρχισαν να εκσφενδονίζονται προς το μέρος του γιαούρτια, αυγά, πέτρες και φυλλάδια που είχαν υπό την κατοχή τους μέλη της Χρυσής Αυγής και "αγανακτισμένοι" κάτοικοι.

Το επιχείρημα ότι πρόκειται για απροσχεδίαστη κίνηση κατοίκων αντικρούεται καθώς μεταξύ των ατόμων που ήταν στην πλατεία αναγνωρίστηκαν πρόσωπα γνωστά από το χώρο της Χρυσής Αυγής όπως αυτό του υποψήφιου δημοτικού συμβούλου με το συνδυασμό "Ελληνική Αυγή για την Αθήνα" , Ηλία Παναγιώταρου. Παράλληλα αναγνωρίστηκαν πρόσωπα κατοίκων που συμμετείχαν και σε παλαιότερες επιθέσεις αλλά και σε αυτή κατά της Ελένης Πορτάλιου. "Ο όρος κάτοικοι δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτούς τους ανθρώπους που είναι μέλη ή υποστηρικτές της Χρυσής Αυγής και δεν είναι μία ή δύο φορές αλλά κατ' εξακολούθηση, δεν εκπροσωπούν αυτοί τη γειτονιά" επισήμανε ο Θανάσης Κούρκουλας. Κατά την αποχώρηση του Αλέκου Αλαβάνου, κάποιοι από αυτούς απαθανατίζονται να χαιρετούν φασιστικά (δείτε το πρώτο βίντεο, στο 6ο λεπτό).

Η στάση της αστυνομίας

Κατά την διάρκεια των επεισοδίων δεν έγινε καμία σύλληψη, παρά το γεγονός ότι τα ΜΑΤ έφτασαν τρία λεπτά μετά την άφιξη του Αλέκου Αλαβάνου, ενώ η ομάδα ΔΙΑΣ ήταν ήδη εκεί. Δύο σειρές αστυνομικών σχηματίστηκαν στην πλατεία όμως στο κέντρο της δρούσαν ανεξέλεγκτα επιτιθέμενα άτομα. Παράλληλα διαψεύδεται ο ισχυρισμός της αστυνομίας, ότι επενέβη λόγω της παρουσίας κρανοφόρων. "Υπήρχε αστυνομική δύναμη 40 ατόμων τα οποία έφτασαν μέσα σε τρία λεπτά και δεν έκαναν τίποτα, εμείς φορούσαμε τα κράνη για να προστατευτούμε" υποστήριξε ο Θανάσης Κούρκουλας. Όπως πρόσθεσε: "Η αστυνομία συνεργάστηκε αρμονικά με τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής, ενώ αρκετά ΜΜΕ παρουσιάζουν τους Xρυσαυγίτες με την ιδιότητα του κατοίκου. Η κυβέρνηση σιωπά καλύπτοντας τη φασιστική επίθεση. Είναι φανερό πως μόνο η μαζική αντιφασιστική δράση στην περιοχή μπορεί να στείλει του νοσταλγούς του Χίτλερ εκεί όπου ανήκουν, στους υπονόμους της ιστορίας. Καλούμε κάθε κοινωνικό και πολιτικό φορέα να τους καταδικάσει και να συστρατευτούμε για να τους πετάξουμε έξω από τις γειτονιές μας".

Επίθεση στον Αλ. Αλαβάνο 2
Ανέβηκε από tvxorissinora. - Νέα video που σας ενδιαφέρουν.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Η περίοδος της ελληνικής ιστοριογραφίας, γνωστή ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904-1908), αποτέλεσε μια οργανωμένη ένοπλη επέμβαση του ελληνικού κράτους εναντίων της μακεδόνικης αργάνωσης ΒΜΡΟ. Με την έναρξη του Ίλιντεν και λόγω των χιλιάδων Μακεδόνων που μπήκαν στις τάξεις της Οργάνωσης, η πολιτική της Ελλάδας άλλαξε ριζικά. Πριν την επίσημη έναρξη του ελληνικού «Μακεδονικού Αγώνα», το ελληνικό κράτος έστελνε έμπιστα πρόσωπα με σκοπό επι τόπου να ερευνήσουν και τα στοιχεία της έρευνας αργότερα να χρησημοποιηθούν στη μελλοντική προπαγανδιστική πολιτική στη Μακεδονία. Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών ήταν εντελώς αντίθετα από αυτά που επιθυμούσαν τα κρατικά όργανα της Αθήνας. Έτσι για παράδειγμα, την άνοιξη του 1904, στάλθηκε στη Μακεδονία ο Γεώργιος Τσορμπατζόγλου, υπάλληλος και μεταφραστής στην ελληνική πρεσβεία της Ίσταμπουλ/Κωνσταντινούπολης. Κατα τη διάρκεια της περιοδείας του στο Воденско-Βόντενσκο (περιοχή Έδεσσας), στην έκθεσή του προς την ελληνική κυβέρνηση, 27 Μάη 1904, έγραψε: „Οι άρχοντες και οι νέοι της πόλης (Βόντεν-Έδεσσα) μιλούν μακεδόνικα αλλά γνωρίζουν και λίγο ελληνικά“. Περιγράφοντας την εθνολογική φυσιογνωμία της περιοχής Сер-Σερρών, θα παρατηρήσει πως εκεί υπάρχουν δύο κατηγορίες-ομάδες πληθυσμού, όπου θα μπορούσε να επιδράσει η ελληνική προπαγάνδα. Η Μακεδονόφωνη ορθόδοξη (Μακεδόνες πατριαρχικοί και Μακεδόνες εξαρχικοί) και η ελληνόφωνη πληθυσμιακή ομάδα. Σε μία από τις επόμενες εκθέσεις του προς την ελληνική κυβέρνηση, με ημερομηνία 26 Ιουλίου 1904, ο Τσορμπατζόγλου, περιγράφοντας την Επανάσταση του Ίλιντεν, σαφέστατα διαφοροποιεί το ΒΚΜ, το οποίο το ονομάζει «καθαρό βουλγάρικο κομιτέτ» από το ΜΡΟ, το οποίο το ονομάζει «Μακεδόνικοκομιτέτ». Περιγράφοντας το δεύτερο κομιτέτ, ανέφερε: «οι Μακεδόνες υπαρχηγοί, ίσως και οι αρχηγοί, έχοντας έναν καιμοναδικό όρο στην συμφωνία με τη χώρα, λάβαιναν τη δύναμή τους από το γεγονός να μην κοιτούν τίποτα άλλοεκτός από την απελευθέρωση των Μακεδόνων ως Μακεδόνες».

Σε επιστολή προς την σύζυγό του Ναταλία Μελά, στις 16 Μαρτίου 1904, ο Παύλος Μελάς, ο οποίος βρισκόταν στο χωριό Габреш-Γκάμπρεςς-Γαύρος της Καστοριάς-Костур, έγραψε: «ανεβαίναμε εμείς προς τους στάβλους και από παντούακούγαμε добровечер-ντοβροβέτσσερ (καλησπέρα) στα μακεδόνικα, από τις γυναίκες, δεν γνωρίζουν ούτε λέξηελληνικά». Την ίδια μέρα, μετά από πρόσκληση του Κότε, σε σπίτι όπου διέμεναν αξιωματικοί, συγκεντρώθηκαν 12 κάτοικοι του χωριού και η συζήτηση κυλούσε με τον εξής τρόπο: «σε αυτούς, ο Κότε απευθύνθηκε πειστικά στη μακεδόνικη, ενώ σ’ εμάς μας μετέφραζε ο Πύρζας». Κατα τη διάρκεια της παραμονής του στο χωριό Рулје-Ρούλιε του Κότε, ο Μελάς έγραψε στη γυναίκα του στις 17 Μαρτίου 1904, ότι επισκέφτηκαν το σχολείο του χωριού και οι μαθητές τους τραγούδησαν ένα τραγούδι αλλά αυτοί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν εάν «η γλώσσα ήταν μακεδόνικη ή ελληνική». Η ανάγκη επικοινωνίας με τον τοπικό μακεδόνικο πληθυσμό, ανάγκασε το Μελά να μάθει κάποιες μακεδόνικες λέξεις και έτσι στο γράμμα που έστειλε στην σύζυγό του από το χωριό Ошчима-Όσστσσιμα-Τρίγωνο, στις 21 Μαρτίου 1904, έγραψε: «έμαθα λίγες μακεδόνικες λέξεις τις οποίες τις λέω κυρίως στις γυναίκες και τις μητέρες…».

Πολυάριθμα είναι και τα παραδείγματα από το ημερολόγιο του «μακεδονομάχου» Γεώργιου Τσόντου-Βάρδα. Στις 22 Οκτωβρίου 1906, στο ημερολόγιό του έγραψε ότι θα ζητήσει από το ελληνικό κράτος να «μου στείλουν κάποιο βιβλίο στα μακεδόνικα, αν υπάρχει, για να μάθω τη γλώσσα». Μόνο τρεις μέρες αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου 1906, ο Βάρδας ανέφερε: «προσπαθώ να μάθω τη μακεδόνικη γλώσσα αλλά πολύ δυσκολεύομαι, δεν μπορώ να καταλάβω σε ποιές κλίσεις ανήκει». Πάντως, δεν παραιτήθηκε από την προσπάθεια να μάθει τη γλώσσα, αντίθετα συνεχώς την τελειοποιούσε μέσω επαφής με τον τοπικό πληθυσμό και αυτό φαίνεται και κατα τη διάρκεια της παραμονής του στο χωριό Драгош-Ντράγκοςς της περιοχής Битола-Μπίτολα, όπου στις 28 Οκτωβρίου 1906 ανέφερε: «το βράδυ έφυγαν αυτοί που ήταν μαζί μου στο καταφύγιο και εγώ πήγα σε ένα σπίτι όπου έμεινα με τις γυναίκες και τους γέρους, μιλώντας δύσκολα τη γλώσσα». Ο Βάρδας, κατα την παραμονή του στη Μακεδονία, τακτικά λάβαινε εφημερίδες από την Ελλάδα. Στις 14 Αυγούστου 1907, στο ημερολόγιό του σημείωσε πως στην εφημερίδα Πυρόν, στις 9 Ιουλίου 1907, του έκαναν αρνητική κριτική επειδή «δεν κατάφερε να μάθει τη γλώσσα του τόπου, τη μακεδόνικη». Απαντώντας στους ισχυρισμούς αυτούς, ο Βάρδας έγραψε πως αυτό ήταν αδύνατο, επειδή «δεν υπάρχει βοηθητικό βιβλίο, ούτε κατάλληλος δάσκαλος γι’αυτόν», αλλά και δημόσια έλεγε πως όλοι οι μελλοντικοί Έλληνες αξιωματικοί και αντάρτες, όταν θα φτάσουν στη Μακεδονία, θα πρέπει να γνωρίζουν τη Μακεδόνικη γλώσσα. Τη μεγαλύτερη αξία, σχετικά με τη μακεδόνικη γλώσσα, έχουν οι σημειώσεις του Βάρδα που βρίσκονται στο φάκελο 18 του αρχείου του. Συγκεκριμένα, στην προσπάθειά του να μάθει τη μακεδόνικη γλώσσα, δημιούργησε λεξικό για προσωπική χρήση, όπου έγραψε μεγάλο αριθμό λέξεων και διαλόγων στην ελληνική γλώσσα, μεταφρασμένους στα μακεδόνικα, με ελληνικούς χαρακτήρες. Το λεξικό περιέχει τους αριθμούς από το 1 μέχρι το 1000, τα έτη, τους μήνες και τις ημέρες της εβδομάδας. Επίσης, υπο ειδικό τίτλο «Κάκο σε βέλι» (πως λέγεται), τοποθέτησε απλές φράσεις καθημερινής επικοινωνίας. Είναι απολύτως κατανοητό, πως η μακεδόνικη γλώσσα, την οποία ως τέτοια την αναφέρουν σχεδόν όλοι οι «μακεδονομάχοι», δεν είναι δημιούργημα της τιτοικής Γιουγκοσλαβίας, ούτε τότε έλαβε το όνομά της, Μακεδόνικη γλώσσα, αλλά ως τέτοια την ανέφεραν όλοι, τουλάχιστον 60 χρόνια πριν τη δημιουργία του κράτους της Γιουγκοσλαβίας. Τότε δεν υπήρχαν οι ονομασίες «σλάβικα», «σκοπιανά» ή «τοπικό ιδίωμα». Ούτε το γελειότατο «ντόπια» και «ντόπικα».

http://novazora.gr/arhivi/1012