Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Η περίοδος της ελληνικής ιστοριογραφίας, γνωστή ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904-1908), αποτέλεσε μια οργανωμένη ένοπλη επέμβαση του ελληνικού κράτους εναντίων της μακεδόνικης αργάνωσης ΒΜΡΟ. Με την έναρξη του Ίλιντεν και λόγω των χιλιάδων Μακεδόνων που μπήκαν στις τάξεις της Οργάνωσης, η πολιτική της Ελλάδας άλλαξε ριζικά. Πριν την επίσημη έναρξη του ελληνικού «Μακεδονικού Αγώνα», το ελληνικό κράτος έστελνε έμπιστα πρόσωπα με σκοπό επι τόπου να ερευνήσουν και τα στοιχεία της έρευνας αργότερα να χρησημοποιηθούν στη μελλοντική προπαγανδιστική πολιτική στη Μακεδονία. Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών ήταν εντελώς αντίθετα από αυτά που επιθυμούσαν τα κρατικά όργανα της Αθήνας. Έτσι για παράδειγμα, την άνοιξη του 1904, στάλθηκε στη Μακεδονία ο Γεώργιος Τσορμπατζόγλου, υπάλληλος και μεταφραστής στην ελληνική πρεσβεία της Ίσταμπουλ/Κωνσταντινούπολης. Κατα τη διάρκεια της περιοδείας του στο Воденско-Βόντενσκο (περιοχή Έδεσσας), στην έκθεσή του προς την ελληνική κυβέρνηση, 27 Μάη 1904, έγραψε: „Οι άρχοντες και οι νέοι της πόλης (Βόντεν-Έδεσσα) μιλούν μακεδόνικα αλλά γνωρίζουν και λίγο ελληνικά“. Περιγράφοντας την εθνολογική φυσιογνωμία της περιοχής Сер-Σερρών, θα παρατηρήσει πως εκεί υπάρχουν δύο κατηγορίες-ομάδες πληθυσμού, όπου θα μπορούσε να επιδράσει η ελληνική προπαγάνδα. Η Μακεδονόφωνη ορθόδοξη (Μακεδόνες πατριαρχικοί και Μακεδόνες εξαρχικοί) και η ελληνόφωνη πληθυσμιακή ομάδα. Σε μία από τις επόμενες εκθέσεις του προς την ελληνική κυβέρνηση, με ημερομηνία 26 Ιουλίου 1904, ο Τσορμπατζόγλου, περιγράφοντας την Επανάσταση του Ίλιντεν, σαφέστατα διαφοροποιεί το ΒΚΜ, το οποίο το ονομάζει «καθαρό βουλγάρικο κομιτέτ» από το ΜΡΟ, το οποίο το ονομάζει «Μακεδόνικοκομιτέτ». Περιγράφοντας το δεύτερο κομιτέτ, ανέφερε: «οι Μακεδόνες υπαρχηγοί, ίσως και οι αρχηγοί, έχοντας έναν καιμοναδικό όρο στην συμφωνία με τη χώρα, λάβαιναν τη δύναμή τους από το γεγονός να μην κοιτούν τίποτα άλλοεκτός από την απελευθέρωση των Μακεδόνων ως Μακεδόνες».

Σε επιστολή προς την σύζυγό του Ναταλία Μελά, στις 16 Μαρτίου 1904, ο Παύλος Μελάς, ο οποίος βρισκόταν στο χωριό Габреш-Γκάμπρεςς-Γαύρος της Καστοριάς-Костур, έγραψε: «ανεβαίναμε εμείς προς τους στάβλους και από παντούακούγαμε добровечер-ντοβροβέτσσερ (καλησπέρα) στα μακεδόνικα, από τις γυναίκες, δεν γνωρίζουν ούτε λέξηελληνικά». Την ίδια μέρα, μετά από πρόσκληση του Κότε, σε σπίτι όπου διέμεναν αξιωματικοί, συγκεντρώθηκαν 12 κάτοικοι του χωριού και η συζήτηση κυλούσε με τον εξής τρόπο: «σε αυτούς, ο Κότε απευθύνθηκε πειστικά στη μακεδόνικη, ενώ σ’ εμάς μας μετέφραζε ο Πύρζας». Κατα τη διάρκεια της παραμονής του στο χωριό Рулје-Ρούλιε του Κότε, ο Μελάς έγραψε στη γυναίκα του στις 17 Μαρτίου 1904, ότι επισκέφτηκαν το σχολείο του χωριού και οι μαθητές τους τραγούδησαν ένα τραγούδι αλλά αυτοί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν εάν «η γλώσσα ήταν μακεδόνικη ή ελληνική». Η ανάγκη επικοινωνίας με τον τοπικό μακεδόνικο πληθυσμό, ανάγκασε το Μελά να μάθει κάποιες μακεδόνικες λέξεις και έτσι στο γράμμα που έστειλε στην σύζυγό του από το χωριό Ошчима-Όσστσσιμα-Τρίγωνο, στις 21 Μαρτίου 1904, έγραψε: «έμαθα λίγες μακεδόνικες λέξεις τις οποίες τις λέω κυρίως στις γυναίκες και τις μητέρες…».

Πολυάριθμα είναι και τα παραδείγματα από το ημερολόγιο του «μακεδονομάχου» Γεώργιου Τσόντου-Βάρδα. Στις 22 Οκτωβρίου 1906, στο ημερολόγιό του έγραψε ότι θα ζητήσει από το ελληνικό κράτος να «μου στείλουν κάποιο βιβλίο στα μακεδόνικα, αν υπάρχει, για να μάθω τη γλώσσα». Μόνο τρεις μέρες αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου 1906, ο Βάρδας ανέφερε: «προσπαθώ να μάθω τη μακεδόνικη γλώσσα αλλά πολύ δυσκολεύομαι, δεν μπορώ να καταλάβω σε ποιές κλίσεις ανήκει». Πάντως, δεν παραιτήθηκε από την προσπάθεια να μάθει τη γλώσσα, αντίθετα συνεχώς την τελειοποιούσε μέσω επαφής με τον τοπικό πληθυσμό και αυτό φαίνεται και κατα τη διάρκεια της παραμονής του στο χωριό Драгош-Ντράγκοςς της περιοχής Битола-Μπίτολα, όπου στις 28 Οκτωβρίου 1906 ανέφερε: «το βράδυ έφυγαν αυτοί που ήταν μαζί μου στο καταφύγιο και εγώ πήγα σε ένα σπίτι όπου έμεινα με τις γυναίκες και τους γέρους, μιλώντας δύσκολα τη γλώσσα». Ο Βάρδας, κατα την παραμονή του στη Μακεδονία, τακτικά λάβαινε εφημερίδες από την Ελλάδα. Στις 14 Αυγούστου 1907, στο ημερολόγιό του σημείωσε πως στην εφημερίδα Πυρόν, στις 9 Ιουλίου 1907, του έκαναν αρνητική κριτική επειδή «δεν κατάφερε να μάθει τη γλώσσα του τόπου, τη μακεδόνικη». Απαντώντας στους ισχυρισμούς αυτούς, ο Βάρδας έγραψε πως αυτό ήταν αδύνατο, επειδή «δεν υπάρχει βοηθητικό βιβλίο, ούτε κατάλληλος δάσκαλος γι’αυτόν», αλλά και δημόσια έλεγε πως όλοι οι μελλοντικοί Έλληνες αξιωματικοί και αντάρτες, όταν θα φτάσουν στη Μακεδονία, θα πρέπει να γνωρίζουν τη Μακεδόνικη γλώσσα. Τη μεγαλύτερη αξία, σχετικά με τη μακεδόνικη γλώσσα, έχουν οι σημειώσεις του Βάρδα που βρίσκονται στο φάκελο 18 του αρχείου του. Συγκεκριμένα, στην προσπάθειά του να μάθει τη μακεδόνικη γλώσσα, δημιούργησε λεξικό για προσωπική χρήση, όπου έγραψε μεγάλο αριθμό λέξεων και διαλόγων στην ελληνική γλώσσα, μεταφρασμένους στα μακεδόνικα, με ελληνικούς χαρακτήρες. Το λεξικό περιέχει τους αριθμούς από το 1 μέχρι το 1000, τα έτη, τους μήνες και τις ημέρες της εβδομάδας. Επίσης, υπο ειδικό τίτλο «Κάκο σε βέλι» (πως λέγεται), τοποθέτησε απλές φράσεις καθημερινής επικοινωνίας. Είναι απολύτως κατανοητό, πως η μακεδόνικη γλώσσα, την οποία ως τέτοια την αναφέρουν σχεδόν όλοι οι «μακεδονομάχοι», δεν είναι δημιούργημα της τιτοικής Γιουγκοσλαβίας, ούτε τότε έλαβε το όνομά της, Μακεδόνικη γλώσσα, αλλά ως τέτοια την ανέφεραν όλοι, τουλάχιστον 60 χρόνια πριν τη δημιουργία του κράτους της Γιουγκοσλαβίας. Τότε δεν υπήρχαν οι ονομασίες «σλάβικα», «σκοπιανά» ή «τοπικό ιδίωμα». Ούτε το γελειότατο «ντόπια» και «ντόπικα».

http://novazora.gr/arhivi/1012

1 σχόλιο:

  1. Ένα απόσπασμα από μια έκθεση που εστάλη στις 30-10-1876 από τον Κωνσταντίνο Βατικιώτη, Έλληνα πρέσβη στην Οθωμανική κατεχόμενη Θεσσαλονίκη, στο Υπουργείο Εξωτερικών [αριθμός πρωτοκόλλου 1.480/30-10-1876]. Η έκθεση είναι για την εθνική καταγωγή των σλαβικών ομιλητών στη Μακεδονία.


    Παραθέτω

    Αλλά οι κάτοικοι οι Βουλγαρόφωνοιτης Μακεδονίας δεν είναι όλα Βούλγαροι. Αντίθετα υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι είναι Μακεδόνες οι οποίοι έμαθαν την βουλγαρική λόγω των βουλγαρικώς μεταναστεύσεων. Εκείνοι οιΒουλγαρόφωνοι είναι Έλληνες, που ανήκουν στην ίδια εκκλησία, παρακολουθούν ελληνικό σχολείο, έχουν την Ελληνική ως κύρια γραπτή γλώσσα, μένουνε πιστοί στον ελλαδικό πατριαρχείο και τον Ελληνισμό, ακολουθούν ελληνικά έθιμα, έχουν την ίδια εμφάνιση (όπως και το υπόλοιπο των Ελλήνων στην περιοχή ) και αρνούνται σθεναρά τη Βουλγαρική Εξαρχία.

    Έτσι, είναι λογικό ότι οι κάτοικοι οι Βουλγαρόφωνοι της Μακεδονίας [έννοώντας Αιγαίου, Πελαγονίας], δεν αισθάνονται την υπαγωγή στους βόρειους κατοίκων, που συμβαίνει να μιλούν μόνο τη βουλγαρική γλώσσα, δεν έχουν καμία σχέση με τον Ελληνισμό και άφησαν την κοινότητα του μεγάλου ναού για την αποδοχή της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Ενώ οι πρώτοι εντάχθηκαν στο ελληνικό έθνος ως Μακεδόνες Βουλγαρόφωνοι, οι δεύτεροι έγιναν μέλη του βουλγαρικού έθνους ως Βούλγαροι.
    Κ. Βατικιώτης
    Πρεσβευτής

    Οι Βουλγαρικές διαλέκτοι στη Μακεδονία δεν καθιστούν μακεδονική γλώσσα διότι πολύ απλά τα ιδιώματα αυτά ήταν προφορικά χωρίς γραφή και γραμματική.Εδώ βέβαια έρχεται ο Τίτο ο οποίος δημιούργησε αυτή την γλώσσα βάσει των διαλέκτων.

    Το 1944 ονομάστηκε απ´τοv δικτάτορα Tίτο το προφορικό Βουλγαρικό ιδίωμα που ομιλείτο στα Σκόπια «Μακεδονική» Σλαβομακεδονική Γλώσσα και μόνο το 1945, μετά από επεξεργασία έγινε η 6η επίσημη γλώσσα της Γιουγκοσλαβίας.

    Ο μεγάλος ιταλός ινδοευρωπαϊστής γλωσσολόγος Vittore Pisani (Il Macedonico, περιοδικό Paideia 12, 1957, σ. 250) γράφει «πράγματι ο όρος μακεδονική γλώσσα [εννοεί τη γλώσσα των Σκοπίων] είναι προϊόν πολιτικής ουσιαστικά προέλευσης».

    ΑπάντησηΔιαγραφή